Σχηματίζονται, σαν παραισθήσεις
κοσμικές πλώρες
στις άκρες του νου.
Ποιος οδηγεί - ποιος οδηγείται;
Μέσα στο χάος,
κράτησα μια πένα
να γεννά το θαύμα.
Σε κάθε τρικυμία
οι στίχοι μου
υδάτινα κτήνη.
Σχηματίζονται, σαν παραισθήσεις
κοσμικές πλώρες
στις άκρες του νου.
Ποιος οδηγεί - ποιος οδηγείται;
Μέσα στο χάος,
κράτησα μια πένα
να γεννά το θαύμα.
Σε κάθε τρικυμία
οι στίχοι μου
υδάτινα κτήνη.
Ξανά στο χείλος
του φεγγαριού
να παρατηρώ τις μορφές του Πρωτέα
με μολύβδινα βλέφαρα.
© 2020 Α.Χ.Δ, All Rights Reserved
Τα πρωινά λεωφορεία,
κινητοί θάλαμοι αναμονής,
με το δειλό φως να σιγοτρίζει
στα παράθυρα.
Γεμάτα φιγούρες
που σκοντάφτουν στη σκιά τους.
Γεμάτα αποφάσεις
που πετιούνται μαζί με το εισιτήριο.
Τα πρωινά λεωφορεία
φαντάζουν πάντοτε ψυχρά
ανεξαρτήτου εποχής.
σε παλίρροια
νυχτερινού ουρανού
πνίγω το βλέμμα
σε ποιες γειτονιές
τα δέντρα καρποφορούν
ολόλαμπρο φως;
θάλασσα, κλέβεις
το σκοτάδι τ 'ουρανού
πόσο μοιάζουμε
κύλησε το φως
απ' τις μακρινές λάμπες
σαν φρέσκια μπογιά
© 2020 Α.Χ.Δ, All Rights Reserved
Κοίταζέ με απ' τις γωνίες,
ρίχνε ματιές χαλάζι,
καθώς θα στρίβω το κεφάλι,
καθώς θα ακούω τους ψιθύρους,
να ραγίζουν τη σιωπή της νύχτας
σαν αδέξιοι διαρρήκτες.
Κοίταζέ με απ' τις γωνίες
και χαμογέλα,
καθώς θα πάλλεται η φωνή
πάνω σε άγνωστες λέξεις
σαν εκείνες που δεν ακούσαμε ποτέ,
μα τις γνωρίζαμε ήδη.
© 2020 Α.Χ.Δ, All Rights Reserved
Αλήθειες που απορρίπτω
σαν αιρετικές διδαχές,
ανασκοπήσεις ημερών
που επίτηδες ξεχνάω.
Συμμαζεύω τις σκέψεις,
πληγωμένη λεγεώνα
και περιμένω τη νύχτα,
δίχως αγωνία για τα χρώματά της.
Αυτός ο λύκος,
δεν ουρλιάζει στο φεγγάρι,
απλά παρατηρεί,
τον αδειανό αβυσσόμορφο ουρανό.
© 2020 Α.Χ.Δ, All Rights Reserved